Εσωκομματικά πυρά στο Ρέντσι για τις μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά

Οξύνεται η αντιπαράθεση ανάμεσα στον πρωθυπουργό της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι και την αριστερή πτέρυγα του κόμματός του, των Δημοκρατικών, αλλά και με τα συνδικάτα, λόγω της μεταρρύθμισης της νομοθεσίας για τις εργασιακές σχέσεις την οποία προωθεί η κυβέρνηση.

Το ζήτημα που προκαλεί την αντιπαράθεση είναι η της κυβέρνησης να καταργηθεί η πρόνοια που εμποδίζει τις απολύσεις χωρίς να υπάρχει βάσιμη αιτία.

Όπως γράφει σήμερα ο ιταλικός Τύπος, ο στόχος της κυβέρνησης Ρέντσι είναι να αντικατασταθεί η επαναπρόσληψη των εργαζόμενων στις επιχειρήσεις με μια χρηματική αποζημίωση η οποία θα ανέρχεται έως και σε είκοσι τέσσερις μισθούς των υπό απόλυση υπαλλήλων.

«Με εμένα την έχετε άσχημα (. . .), θέλω να αλλάξω την Ιταλία», είπε ο Ρέντσι απευθυνόμενος στην εσωκομματική αντιπολίτευση του Δημοκρατικού Κόμματος – η οποία θεωρεί ότι το περιλάλητο Άρθρο 18 δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει παρελθόν.

«Από τον Ρέντσι απαιτώ σεβασμό, θέλω να μας συμπεριφέρεται όπως ακριβώς στον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Θεωρεί ότι εκπροσωπούμε την παλιά φρουρά, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος ο οποίος ταυτίζεται περισσότερο με την παλιά πολιτική φρουρά, απ’ ό,τι ο Μπερλουσκόνι», είπε καυστικά ο Πιερλουίτζι Μπερσάνι, πρώην επικεφαλής του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος.

Ο Μπερσάνι, από τους εκφραστές της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών, άφησε να εννοηθεί παράλληλα ότι αν δεν βρεθεί μια λύση και δεν αναπτυχθεί ολοκληρωμένος κοινωνικός διάλογος, η εσωκομματική αντιπολίτευση της κεντροαριστεράς ίσως καταψηφίσει το μέτρο στο κοινοβούλιο.

Το μεγαλύτερο συνδικάτο της χώρας, το Cgil, του οποίου ηγείται η κεντροαριστερά, είναι κάθετα αντίθετο στην συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, ενώ τα άλλα δυο μεγάλα συνδικάτα – το Cisl και το Uil – μοιάζουν διατεθειμένα να συμμετάσχουν σε μια διαπραγμάτευση κάποιου είδους.

Ο επικεφαλής της Ιταλικής Ένωσης Βιομηχάνων Τζόρτζο Σκουίντσι τάχθηκε υπέρ της κατάργησης του μέτρου. «Οι ξένοι δεν κάνουν επενδύσεις στην Ιταλία διότι θεωρούν ότι οι προσλήψεις των εργαζομένων, εξαιτίας της ισχύουσας νομοθεσίας, πρέπει να ισχύουν, αναγκαστικά, εφ’ όρου ζωής».