Μια σπίθα στο μάτι μας

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΥΛΠΑΣΑΚΟΥ

Η επικαιρότητα με προκαλεί. Το απότοκο αυτής ένα μικρής φόρμας 1452 λέξεων

«Ανεβάσαμε την τέντα στο μπαλκόνι,
ανεβάσαμε και λίγο τα ρολά…»,
μα ούτε τέντα υπήρχε, ούτε καν μπαλκόνι και τα ρολά είχαν λιώσει. Όνειρα, κόποι, υπομονή, επιμονή, υποσχέσεις, αναμονή, μπαξίσι, υπογραφές, άδειες, δάνεια, τράπεζες, άγχος, αγωνία, πολεοδομία, μπετονιέρες, χτίστες… Το κεραμίδι το έβαλε πάνω από το κεφάλι του. Κι άρχισε να πληρώνει δόσεις, δόσεις, δόσεις… Κάποια στιγμή το ξεχρέωσε. Ήλθε ο ΕΝΦΙΑ και τον γονάτισε. Βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή που το αποφάσισε, μα ήταν πλέον πολύ αργά. Τα παιδιά του είχαν μεγαλώσει μαζί και τα δέντρα που φύτεψε. Τώρα ήταν τεράστια. Έκαναν και απίστευτη σκιά. Και ο κήπος του με τα χρυσάνθεμα και τις πορτοκαλιές, την αιώρα και τη κουνιστή πολυθρόνα για τη γιαγιά… Μια χαρά τα είχε καταφέρει.
«Ανεβάσαμε στ’ αμάξι την κεραία,
ανεβάσαμε και τ’ άστρα στο καπό.
Κι όπως ψάχναμε τα λόγια τα μοιραία
κάτι μ’ έπιασε και σου `πα «σ’ αγαπώ»…»
μα αμάξι δεν υπήρχε, ούτε βέβαια κεραία. Είχαν λιώσει. Πώς να ανεβάσουμε τα άστρα στο καπό; Γύρισε τη ματιά του ανάγυρα. Εφιάλτης. Αναζήτησε τα άστρα μέσα από την γκρεμισμένη στέγη του σπιτιού, δεν τα βρήκε. Κι όμως, πριν χρόνια μαζί τη γυναίκα του έχτιζε το όνειρο και τότε, ήταν που της είπε τα λόγια τα μοιραία, με ένα σ΄ αγαπώ. Γύρισε και την κοίταξε. Η στιλπνή επιδερμίδα της ραγισμένη, όπως οι τοίχοι του σπιτιού τους. Ανασήκωσε τα μάτια της και η διαπίστωση τον συνέτριψε. Τα μάτια που αγάπησε, που σε αυτά ορκίστηκε, ένα ασυγκράτητο ποτάμι δάκρυα. Αναζήτησε το χέρι της, όπως τότε που έστηναν το όνειρό. Τότε δυνατό, παιχνιδιάρικο. Τώρα αδύναμο, απρόθυμο. Το έσφιξε, δεν ανταποκρίθηκε.
«Δε με νοιάζει που τραβάμε και πώς ζούμε,
δε με νοιάζει που δεν κάναμε λεφτά.
Την αγάπη μια ζωή θ’ απομυζούμε
και στους δρόμους θα φιλιόμαστε κλεφτά», της ψιθύρισε για να της δώσει κουράγιο.
«Ανέβασε την τέντα στο μπαλκόνι κι όλα, μάγκα μου, ωραία και καλά», του απάντησε και πλέον τα δάκρυα κραυγή εγίναν και σαν τη μαινάδα άρχισε να τραβά τα μαλλιά της, ολοφυρόμενη μέσα στα αποκαΐδια. Ακίνητος εκείνος. Ανίκανος να κάνει οτιδήποτε. Στεκόταν στη μέση του σπιτιού που κάποτε ονειρεύτηκε… Τώρα δεν υπήρχε. Ούτε το όνειρο. Το τραγούδι της Νικολακοπούλου έσβηνε αργά στην αγκαλιά του χρόνου, μαζί με τα παράσιτα του ραδιοφώνου, που κι αυτά άρχισαν να λιώνουν καθώς η ώρα περνούσε. Ακολουθούσαν οι επιθυμίες του παρελθόντος. Το πάτερο της ξύλινης στέγης ίσα που ανάσαινε από τις άγριες δαγκωματιές της φωτιάς. Κάπνιζε θαρρείς σαν ένα τεράστιο πούρο. Χωρίς στόμα, χείλη, δόντια να το κρατούν. Μια κούκλα καψαλισμένη δίπλα στο τζάκι. Ο καθρέφτης της εισόδου χιλιάδες κομμάτια. Χιλιάδες ματαιόδοξες ματιές. Συνήλθε. Απέκτησε επαφή. Ένοιωσε τα πόδια του να καίγονται. Το τσιμέντο πύρινο υπόλειμμα, καυτή υπενθύμιση της τραγωδίας που συντελέστηκε με πρωταγωνιστές του ίδιους.
Εκείνο το μοιραίο απόγευμα δεν χρειαζόταν σκηνοθέτης. Η μοίρα είχε γράψει το σενάριο, έκανε το απαραίτητο ρεπεράζ, έβγαλε το ordino. Ο εφιάλτης έδωσε το πρόσταγμα, το βίντεο άρχισε να τρέχει… η φωτιά μαζί του. Τα ειδικά εφφέ ενεργοποιήθηκαν και τεράστιοι ανεμιστήρες άρχισαν να γυρίζουν, δημιουργώντας ριπές ανέμου. Ασυγκράτητος έτρεχε με 120 χιλιόμετρα την ώρα. «Μακριά είναι», είπαν και της γύρισαν την πλάτη. Δεν πρόλαβαν να αποτελειώσουν τη φράση τους και τους έγλυφε τα πόδια. Καπνοί τους έπνιγαν. Άρχισαν να τρέχουν. «Τα παιδιά, τα παιδιά… που είναι τα παιδιά»; Γυρίζουν, τα αναζητούν. Τα βρίσκουν κουρνιασμένα. Τρομαγμένα. Τα παίρνουν στις αγκαλιά τους και τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν… Η φωτιά τους κυνηγά. Τρέχουν πιο γρήγορα. Τα πόδια τους χτυπούν στην πλάτη. Νύχια πύρινα τους ξεσκίζουν την πλάτη… «Τα παιδιά, τα παιδιά… Να σωθούν τα παιδιά…» Απελπισμένη αγωνία. Τρέμει η καρδιά στο αναπόφευκτο, τρέχουν τα πόδια να ξεφύγουν… Η πλάτη τους καίγεται, η ανάσα τους κοντή. Η καρδιά τους τρέχει πιο γρήγορα από τα πόδια τους. Περνούν με δυσκολία δίπλα από ένα φλεγόμενο όχημα. Εκρήξεις στο βάθος του δρόμου από τα ρεζερβουάρ που σκάνε το ένα μετά το άλλο. Τώρα δεν ακούν την καρδιά τους, δεν αισθάνονται. Έχουν πλέον μεταπηδήσει στη διάσταση του ολέθρου. Φωτιά… Φωτιά… Φωτιά… Κόλαση. Να φτάσουν στη θάλασσα να σωθούν. Πώς; Από πού; Τόσοι δρόμοι υπάρχουν, έναν να πάρουν θα σωθούν. Οι καπνοί τους πνίγουν. Θολό τοπίο ο ορίζοντας τους. Αδιαπέραστο τείχος. Πού είναι οι δρόμοι; Το όνειρο τώρα δεν είναι η πισίνα που δεν έκαναν στην αυλή, το αυτοκίνητο που δεν πρόλαβαν να αγοράσουν, ούτε αν τα παιδιά θα σπουδάσουν στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Τώρα το μοναδικό τους όνειρο είναι να βρουν ένα δρόμο που να οδηγεί στη θάλασσα. Δίπλα τους βλέπουν κι άλλους να τρέχουν. Τρομαγμένα πρόσωπα, μάτια ορθάνοιχτα, κατακόκκινα, ίδια με τα δικά τους. Διακρίνουν τον τρόμο να τους γελά χαιρέκακα. Αδιέξοδο. Τρέχουν στην αντίθετη κατεύθυνση. Αδιέξοδο. Η σωτήρια θάλασσα… Πόσο μακριά είναι η αναθεματισμένη; Την βλέπουν μα δεν μπορούν να την προσεγγίσουν. Οι δρόμοι αόρατοι. Μόνο συρματοπλέγματα και τοίχους βλέπουν. Η ύπουλη φωτιά με σάλτους αρλεκίνου τους φτάνει. Ασυγκράτητη, αυθαίρετη, γραφειοκρατική, άναρχη, εκδικητική. Τους κοιτά ξεδιάντροπα, τους περιπαίζει, τους ξεγελά για άλλη μια φορά, τους επιτίθεται. Αδίστακτη. Ένα λουκέτο τους εμποδίζει. Μια αλυσίδα φουλάρι θανάτου. Σπρώχνουν με όλη τη δύναμη τους. Η φωτιά τώρα τους καίει τα πρόσωπου, τα τσίνορα, τα φρύδια, τις άκρες των μαλλιών… Ξαναπροσπαθούν. Καίγονται, πονούν… Όπου να ΄ναι πεθαίνουν. Σπρώχνουν όλοι μαζί… υποχωρεί ο φράκτης. Γκρεμός. Πανικός, απογοήτευση. Ο τρόμος κυρίαρχος. Εξουσιαστής. Αν δεν βουτήξουν θα καούν. Δίλλημα. Να καούν ή να πνιγούν; Επιλογή θανάτου. Τα παιδιά κλαίνε γοερά μέσα στα αυτιά τους… Ουρλιάζουν. Η ανάσα τους τελειώνει. Απόφαση. Θα πνιγούν. Και τότε με ένα μαγικό τρόπο που δεν μπορεί να συλλάβει το μυαλό, βρίσκονται όλοι στη θάλασσα. Ευτυχώς σώθηκαν! Μα γιατί τους κυνηγά ακόμη η φωτιά; Σπίθες τρελές πάνω από τα κεφάλια τους, πύρινες μπάλες τα κουκουνάρια σκάνε δίπλα τους και η θάλασσα θαρρείς τεράστια κατσαρόλα έτοιμη να τους βράσει ζωντανούς. Φλόγες ξυρίζουν την κρούστα της… Τι κόλαση είναι αυτή Θεέ μου; Αν μείνουν εκεί σίγουρα θα καούν ζωντανοί. Αρχίζουν να κολυμπούν, να πάνε βαθιά, να μη τους φτάνουν τουλάχιστον τα κουκουνάρια. Κουράστηκαν, όμως, γρήγορα και σταμάτησαν. Σκοτάδι. Μήπως η θάλασσα γίνει ο υγρός τάφος τους; Συνέχισαν, όμως να κολυμπούν παρά τους ενδοιασμούς. Στο βάθος τα φώτα της Ραφήνας. Η φωτιά έκαιγε ακόμη, αχόρταγη έτρωγε ανθρώπινες ζωές, ροκάνιζε ματαιόδοξες επιδιώξεις… Και τότε, ένα χέρι τους τραβά πάνω σε μια βάρκα. Τώρα σώθηκαν. Επιτέλους σώθηκαν! Λύτρωση. Τα παιδιά αρχίζουν να ηρεμούν. Τουρτουρίζουν όμως, προφανώς από την ταραχή ίσως και την υποθερμία. Πολλοί κάνουν το σταυρό τους. Θέλουν να ανταμείψουν τον Ύψιστο για την μεγαλοσύνη του και Του υπόσχονται τάματα και προσευχές, ευχέλαια, και τρισάγια κι ότι άλλο τρελό περνά από τη σκέψη τους. Αφήνονται στη φροντίδα των διασωστών. Αισθάνονται τυχεροί, ευτυχισμένοι. Από την άλλη τα ερωτήματα: Πόσοι άραγε να σώθηκαν; Πόσοι κάηκαν; «Εγώ είδα τον γείτονα μου να προσπαθεί με το λάστιχο να βρέξει τους τοίχους του σπιτιού του. Μετά με πρόλαβε η φωτιά», είπε ένας γέροντας με καψαλισμένα φρύδια. Είχε κι άλλα εγκαύματα στο πρόσωπο στα χέρια και στα πόδια. Μια νεαρή κοπέλα που δεν θα ήταν πάνω από 30 με ένα παιδί στην αγκαλιά, κοιτούσε τη φωτιά που πλέον φάνταζε, όπως απομακρύνονταν προς τη Ραφήνα, καντήλι ανώνυμου νεκροταφείου. Δεν μιλούσε. Κοιτούσε μόνο με απλανές βλέμμα τα καμένα. Ο άντρας δίπλα της, έμοιαζε εργάτης οικοδομής. Ψηλός, ξερακιανός, με ίσια σουβλερή μύτη και αθλητικό φανελάκι. Τα χέρια του αν και καμένα, έδειχναν δουλεμένα στον ήλιο, να κρατούν μυστρί και πηλοφόρι. Προφανώς η φωτιά δεν είναι προικισμένη με την πολυτέλεια της ταξικής επιλογής. Δεν κάνει διαχωρισμούς, ούτε διακρίσεις. Καίει το ίδιο αστούς, μικροαστούς, εργάτες. Όλοι εκείνο το εφιαλτικό βράδυ κατέθεσαν τα διαπιστευτήρια τους στην αντοχή και το αναπάντεχο. Άλλοι, κάποια άχρονη για αυτούς στιγμή, καταθέσαν τα δικά τους αναζητώντας μια θέση δεξιά Του.
«Πάμε δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε εδώ», άκουσε τη γυναίκα του να του λέει ξεσχισμένα κι ένιωσε το χέρι της στην πλάτη του μικρή προτροπή. Είχε συνέλθει από τον ολοφυρμό και κρατούσε στο χέρι της την μισοκαμένη φωτογραφία του γάμου τους. Πόσα όνειρα έκαναν όταν αγόραζαν το οικοπεδάκι τους πριν χρόνια; Ήθελαν να κάνουν μεγάλη οικογένεια, να παίζουν όλα τα παιδιά στον τεράστιο κήπο του. Τώρα στάχτη και αποκαΐδια. Και μια οσμή απόκοσμη τέφρας, καμένης σάρκας και φορμόλης. Ποιοι μας έκαψαν; Ποιοι μας πρόδωσαν; Ποιοι μας περίπαιξαν; Άραγε κι εμείς τα κάναμε όλα καλά στη ζωή μας; Ονειρευτήκαμε με σύνεση ή τα όνειρα δεν έχουν κανόνες και δεν κάνουν συμφωνίες με τους νόμους των ανθρώπων; Μήπως τρέχουν λαίμαργα και παρασέρνουν νου και καρδιά στο απίθανο; Υπάρχουν ευθύνες ή κάηκαν κι αυτές; Και πώς θα ζήσουμε από εδώ και πέρα; Ίσως με τα ελάχιστα. Θα ζήσουμε, όμως. Οι περισσότεροι θα ζήσουμε. Άραγε θα ονειρευτούμε ξανά;
«Δε με νοιάζει που τραβάμε και πώς ζούμε,
δε με νοιάζει που δεν κάναμε λεφτά.
Την αγάπη μια ζωή θ’ απομυζούμε
και στους δρόμους θα φιλιόμαστε κλεφτά»…
ο απόηχος του τραγουδιού έσβηνε μελαγχολικά με σκέρτσο ανάμεσα σε μισοκαμένα πω πω και πω πω…
ΠΑΤΡΑ 31/7/2018

Γράψτε μια απάντηση

  Εγγραφή  
Ειδοποίηση για